
Από τα 2 ευρώ το 2019, το πιτόγυρο έχει φτάσει σήμερα στα 4,50 ευρώ. Το φαγητό που αποτελούσε μία από τις πιο οικονομικές επιλογές για μια γρήγορη παραγγελία κοστίζει πλέον υπερδιπλάσια, επιβαρύνοντας αισθητά τον προϋπολογισμό μιας οικογένειας.Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για τον Σεπτέμβριο, που βρίσκονται στο επίκεντρο της συζήτησης στα τέλη Οκτωβρίου, αποτυπώνουν μια χαρακτηριστική διαφορά. Ο πληθωρισ…
Από τα 2 ευρώ το 2019, το πιτόγυρο έχει φτάσει σήμερα στα 4,50 ευρώ. Το φαγητό που αποτελούσε μία από τις πιο οικονομικές επιλογές για μια γρήγορη παραγγελία κοστίζει πλέον υπερδιπλάσια, επιβαρύνοντας αισθητά τον προϋπολογισμό μιας οικογένειας.
Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για τον Σεπτέμβριο, που βρίσκονται στο επίκεντρο της συζήτησης στα τέλη Οκτωβρίου, αποτυπώνουν μια χαρακτηριστική διαφορά. Ο πληθωρισμός διαμορφώθηκε στο 5%, με την ενέργεια να συγκεντρώνει μεγάλο μέρος της προσοχής. Ωστόσο, οι ανατιμήσεις στην εστίαση δείχνουν πόσο διαφορετικά εξελίσσεται το κόστος του έτοιμου φαγητού σε σχέση με τα τρόφιμα στο ράφι.
Μέσα σε έναν χρόνο, οι τιμές των τροφίμων αυξήθηκαν κατά 0,6%, ενώ στα εστιατόρια και τα ταχυφαγεία η άνοδος έφτασε το 5,7%. Πρόκειται για σχεδόν δεκαπλάσιο ρυθμό ανατίμησης, με το τυλιχτό να αποτελεί ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα παραδείγματα αυτής της απόστασης.
Το πιτόγυρο από τα 2 ευρώ έφτασε στα 4,50
Το 2019 ένα τυλιχτό κόστιζε 2 ευρώ, ενώ σήμερα η μέση τιμή που αναφέρεται φτάνει τα 4,50 ευρώ. Εάν η ανατίμησή του ακολουθούσε μόνο τη γενική πορεία του πληθωρισμού, η τιμή του θα βρισκόταν περίπου στα 2,50 ευρώ.
Η απόσταση ανάμεσα στα δύο ποσά δείχνει ότι η αύξηση δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά στη συνολική άνοδο των τιμών. Ένα γεύμα που επί χρόνια εξυπηρετούσε οικονομικά φοιτητές, εργαζομένους και οικογένειες έχει γίνει πλέον μια αγορά που χρειάζεται περισσότερο υπολογισμό.
Η αλλαγή φαίνεται ιδιαίτερα όταν η παραγγελία αφορά πολλά άτομα. Το κόστος για μερικά τυλιχτά, μαζί με τα συνοδευτικά τους, απέχει πια αρκετά από εκείνο που θυμούνται οι καταναλωτές πριν από λίγα χρόνια.

Γιατί η τιμή αλλάζει από περιοχή σε περιοχή
Την πορεία των τιμών παρακολουθεί ο Souvlaki Index, ένας δείκτης που ακολουθεί τη λογική του γνωστού δείκτη Μπιγκ Μακ του περιοδικού Economist. Μέσα από ένα ευρέως διαδεδομένο προϊόν επιχειρεί να αποτυπώσει τις οικονομικές συνθήκες που επηρεάζουν την καθημερινότητα.
Η καταγραφή τιμών από χιλιάδες καταστήματα πανελλαδικά αναδεικνύει σημαντικές τοπικές αποκλίσεις. Στη Δυτική Ελλάδα το τυλιχτό παραμένει κάτω από τα 4 ευρώ, ενώ στην Κρήτη μπορεί να φτάσει τα 5 ευρώ.
Οι διαφορές αυτές δείχνουν ότι το κρέας δεν αρκεί για να εξηγήσει την τελική χρέωση, καθώς το κόστος του δεν παρουσιάζει αντίστοιχα μεγάλες αποκλίσεις σε όλη τη χώρα. Στην τιμή συμμετέχουν επίσης η τουριστική κίνηση, τα ενοίκια και οι μεταφορές, που μεταβάλλονται ανάλογα με την περιοχή.
Αντίστοιχο ενδιαφέρον έχει η σύγκριση με τις επιμέρους πρώτες ύλες. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται, το χοιρινό ανατιμήθηκε κατά 4,4% σε ετήσια βάση, ενώ μικρότερες αυξήσεις καταγράφηκαν στα πουλερικά, στο ψωμί και στα λαχανικά.
Στην Αττική, όμως, η τιμή του τυλιχτού μετακινήθηκε από τα 3,50 ευρώ την άνοιξη στα 4,10 ευρώ. Η άνοδος στο έτοιμο γεύμα ήταν επομένως αισθητά μεγαλύτερη από εκείνη που προκύπτει μόνο από τα υλικά του.
Τα έξοδα που προστίθενται σε κάθε παραγγελία
Πίσω από την τελική τιμή βρίσκονται και οι καθημερινές ανάγκες λειτουργίας ενός καταστήματος. Η ηλεκτρική ενέργεια και το φυσικό αέριο, απαραίτητα για ψησταριές, φριτέζες και ψυγεία, έχουν επιβαρυνθεί σημαντικά μέσα στη χρονιά.
Παράλληλα, η αύξηση του κατώτατου μισθού από τον Απρίλιο ενισχύει το εισόδημα των εργαζομένων, αυξάνοντας συγχρόνως το μισθολογικό κόστος των επιχειρήσεων. Μέρος αυτής της δαπάνης ενσωματώνεται στην τιμή κάθε μερίδας.
Εκπρόσωποι του κλάδου αναφέρουν ακόμη ότι τα μεταφορικά για τις συσκευασίες σχεδόν τριπλασιάστηκαν μετά την κρίση στη Μέση Ανατολή. Πρόκειται για συσκευασίες που εισάγονται κυρίως από τη Βουλγαρία και την Ασία και αποτελούν απαραίτητο έξοδο για τις παραγγελίες.
Στον λογαριασμό προστίθεται και η φορολογία. Όπως επισημαίνεται στο σχετικό ρεπορτάζ, το φαγητό στην εστίαση υπάγεται σε ΦΠΑ 13%, ενώ το αναψυκτικό που σερβίρεται μαζί του στο τραπέζι επιβαρύνεται με 24%.