
Μια καθοριστική και πολυεπίπεδη εξέλιξη, που αναμένεται να απασχολήσει επί μακρόν τη δημόσια σφαίρα, καταγράφηκε στο δικαστικό και σωφρονιστικό πεδίο της χώρας. Ο Αλέξανδρος Γιωτόπουλος, ο οποίος είχε καταδικαστεί ως ο περιβόητος «Λάμπρος» και θεωρούμενος ως ο καθοδηγητής της τρομοκρατικής οργάνωσης «17 Νοέμβρη», αφέθηκε ελεύθερος από τις φυλακές Κορυδαλλού. Η εξέλιξη αυτή δρομολογήθηκε μετά τη θε…
Μια καθοριστική και πολυεπίπεδη εξέλιξη, που αναμένεται να απασχολήσει επί μακρόν τη δημόσια σφαίρα, καταγράφηκε στο δικαστικό και σωφρονιστικό πεδίο της χώρας. Ο Αλέξανδρος Γιωτόπουλος, ο οποίος είχε καταδικαστεί ως ο περιβόητος «Λάμπρος» και θεωρούμενος ως ο καθοδηγητής της τρομοκρατικής οργάνωσης «17 Νοέμβρη», αφέθηκε ελεύθερος από τις φυλακές Κορυδαλλού. Η εξέλιξη αυτή δρομολογήθηκε μετά τη θετική απόφαση του Συμβουλίου Εφετών Πειραιά, το οποίο εξέτασε και έκανε δεκτό το σχετικό αίτημα που είχε υποβάλει ο κρατούμενος, έπειτα από συνολικά 24 χρόνια εγκλεισμού. Ο Αλέξανδρος Γιωτόπουλος εξέτιαε ποινή που περιλάμβανε 17 φορές ισόβια και επιπλέον κάθειρξη 25 ετών για τη δράση του.
Η διαδρομή μέχρι την έκδοση της θετικής απόφασης πέρασε από διαδοχικά νομικά στάδια και αντιγνωμίες. Αρχικά είχε εκδοθεί αρνητικό βούλευμα από το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών, υιοθετώντας και την αρνητική εισαγγελική πρόταση επί του αιτήματος αποφυλάκισης που είχε καταθέσει ο «εγκέφαλος» της 17Ν, Αλέξανδρος Γιωτόπουλος. Η πλευρά του καταδικασθέντος δεν αποδέχθηκε αυτή την αρχική κρίση και επέλεξε την οδό των ένδικων μέσων. Ωστόσο, στη συνέχεια ασκήθηκε έφεση, η οποία έγινε δεκτή από το Συμβούλιο Εφετών Πειραιά.
Η αποφυλάκισή του Γιωτόπουλου δεν σήμανε την πλήρη και ανεξέλεγκτη ελευθερία του, καθώς οι δικαστικές αρχές έθεσαν ένα αυστηρό πλαίσιο επιτήρησης. Το Συμβούλιο αποφάσισε την αποφυλάκισή του με περιοριστικούς όρους: να μη φύγει από τη χώρα, να παρουσιάζεται μία φορά κάθε 15 ημέρες στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής του και να έχει μόνιμη κατοικία. Το αίτημα αποφυλάκισης -το πέμπτο κατά σειρά- κατατέθηκε στις 23 Οκτωβρίου 2025 και την Πέμπτη (21.05.2026) ελήφθη η απόφαση. Ο Αλέξανδρος Γιωτόπουλος αποφυλακίστηκε νωρίς το απόγευμα.
Η δικαστική ταυτότητα του Γιωτόπουλου είχε σφραγιστεί από τις αποφάσεις των προηγούμενων δεκαετιών, οι οποίες του απέδιδαν τον κεντρικό ρόλο στις αιματηρές ενέργειες της οργάνωσης. Ο «Λάμπρος» της 17Ν είχε καταδικαστεί σε 17 φορές ισόβια και κάθειρξη 25 ετών για ηθική αυτουργία σε 17 δολοφονίες, εκρήξεις, ληστείες και συμμετοχή στην τρομοκρατική οργάνωση.
Η οικογενειακή προέλευση και οι ακαδημαϊκές σπουδές
Κοιτώντας το ιστορικό και οικογενειακό του υπόβαθρο, ο Αλέξανδρος Γιωτόπουλος γεννήθηκε το 1944 στο Παρίσι και είναι γιος του Δημήτρη Γιωτόπουλου, επιφανούς στελέχους του τροτσκιστικού κινήματος στη δεκαετία 1925 – 1935 και ηγέτη του ρεύματος του Αρχειομαρξισμού, και της Ζωής Μεταξά. Το 1946 εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στο Χαλάνδρι, όπου και μεγάλωσε. Το 1962 εγκαταστάθηκε στο Παρίσι αρχίζοντας να σπουδάζει μαθηματικά και εν συνεχεία οικονομικά ολοκληρώνοντας με επιτυχία τις σπουδές του. Ακόμα και κατά τη διάρκεια της κράτησής του, δεν διέκοψε την ενασχόλησή του με την επιστήμη. Ως φυλακισμένος πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές, στο πρόγραμμα σπουδών επιπέδου Master 2, στα Θεμελιώδη Μαθηματικά, με ειδίκευση στον τομέα της μηχανικής ρευστών στο πανεπιστήμιο Paris 7. Το 2021 ανακηρύχθηκε διδάκτωρ Μαθηματικών από το Πανεπιστήμιο του Παρισιού. Το διδακτορικό του εκπονήθηκε εξολοκλήρου εντός των φυλακών και αφορούσε τις εξισώσεις Navier-Stokes χωρίς κατακόρυφο ιξώδες. Μέρος της δουλειάς του είναι αφιερωμένο στις εξισώσεις Navier-Stokes και σε χώρους Besov.
Η επιχειρησιακή του εμπλοκή συνεχίστηκε και τα επόμενα χρόνια της δικτατορίας. Στις 29 Αυγούστου 1972 συμμετείχε σε βομβιστική ενέργεια στο υπόγειο της αμερικανικής πρεσβείας στην Αθήνα, μεταφέροντας μάλιστα ο ίδιος τα εκρηκτικά. Την ευθύνη για την ενέργεια ανέλαβε η Λαϊκή Επαναστατική Αντίσταση (ΛΕΑ). Ήδη από την ίδια περίοδο, για να αποφύγει τη σύλληψή του από τις γαλλικές αρχές αλλά και για λόγους ασφαλείας, μιας και μπαινόβγαινε στην Ελλάδα με πλαστό διαβατήριο, είχε αρχίσει να χρησιμοποιεί επίσημα το ονοματεπώνυμο «Μιχάλης Οικονόμου», διατηρώντας το σε χρήση μέχρι και το 2002, έτος σύλληψής του. Με την πτώση της Χούντας επέστρεψε στην Αθήνα ασχολούμενος με μεταφράσεις γαλλικών κειμένων. Διέμενε στον Βύρωνα και στους Λειψούς, όπου διατηρούσε εξοχική κατοικία, μαζί με τη σύντροφό του Μαρί Τερέζ Πεϊνό.
Η μακρά περίοδος της διαφυγής του τερματίστηκε το καλοκαίρι του 2002, όταν οι αρχές ξετύλιξαν το κουβάρι της οργάνωσης. Στις 17 Ιουλίου 2002 συνελήφθη από την αντιτρομοκρατική υπηρεσία στους Λειψούς. Του αποδόθηκαν κατηγορίες για ηθική αυτουργία σε δολοφονίες, ληστείες και εκρήξεις, καθώς και για συμμετοχή στην οργάνωση 17 Νοέμβρη σύμφωνα με μαρτυρίες συγκατηγορουμένων του και με στοιχεία που βρήκε η αστυνομία σε διαμερίσματα που διατηρούσε η οργάνωση. Από την πρώτη στιγμή αρνήθηκε όλες τις κατηγορίες, υποστηρίζοντας ότι τον ενέπλεξαν συγκατηγορούμενοί του, προκειμένου να πετύχουν ευνοϊκή μεταχείριση βάσει του τότε νέου αντιτρομοκρατικού νόμου. Δικηγόρος του Γιωτόπουλου ήταν ο Γιάννης Ραχιώτης. Με βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών παραπέμφθηκε σε δίκη με την κατηγορία της ηθικής αυτουργίας για όλες τις ενέργειες της οργάνωσης από την ίδρυσή της μέχρι και τον Ιούλιο του 2002, ενώ του αποδόθηκε ο ρόλος του ηγέτη και του καθοδηγητή της οργάνωσης. Κατά του βουλεύματος άσκησε αίτηση ακύρωσης, η οποία απορρίφθηκε από το ποινικό τμήμα του Αρείου Πάγου.
Στο δεύτερο βαθμό, η διαδικασία σημαδεύτηκε από την αποχή του ίδιου του κατηγορουμένου. Τον Δεκέμβριο του 2005 ξεκίνησε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στο Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων. Κατά τη διάρκεια της δίκης αποχώρησε από την ακροαματική διαδικασία, ανακαλώντας την εντολή εκπροσώπησης προς τους δύο δικηγόρους του, Γιάννη Ραχιώτη και Κώστα Χρυσικόπουλο. Το δικαστήριο διόρισε αυτεπάγγελτα τους ίδιους δικηγόρους. Ύστερα από αλλεπάλληλους διορισμούς δικηγόρων, ο Γιωτόπουλος επέστρεψε στην ακροαματική διαδικασία, προκειμένου να καταγραφούν οι απόψεις του ενόψει προσφυγής του στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, το δικαστήριο όμως αρνήθηκε στον ίδιο να διορίσει δικηγόρο. Εντέλει με την παραίτηση του ενός εκ των τριών διορισμένων δικηγόρων, διόρισε δικηγόρο της επιλογής του με την ταυτόχρονη εικονική παρουσία των άλλων δύο. Η απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων ήταν 17 φορές ισόβια για τα ίδια εγκλήματα.
Μετά την οριστικοποίηση της ποινής του, εξάντλησε τα εγχώρια και διεθνή ένδικα μέσα. Μετά την απόφαση του εφετείου, κατέθεσε αίτηση αναίρεσης κατά της δευτεροβάθμιας απόφασης, την οποία όμως δεν έκανε δεκτή ο Άρειος Πάγος. Τον Απρίλιο του 2011 προσέφυγε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Παράλληλα, διεκδίκησε δικαιώματα εντός του σωφρονιστικού καταστήματος, και τον Μάρτιο του 2010 ο Συνήγορος του Πολίτη δικαίωσε τον Γιωτόπουλο μετά την απόρριψη του αιτήματός του από τη διεύθυνση των φυλακών για χρήση υπολογιστή για εκπαιδευτικούς λόγους. Στις 21 Μαΐου 2026, ύστερα από 24 χρόνια εγκλεισμού, ο Αλέξανδρος Γιωτόπουλος αποφυλακίστηκε από το σωφρονιστικό κατάστημα του Κορυδαλλού, με όρους: να εμφανίζεται μια φορά -το πρώτο πενθήμερο – κάθε μήνα στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής του, να διαμένει στον Βύρωνα όπου είναι η μόνιμη κατοικία του και να μη φύγει από τη χώρα.
Η ανάλυση Χρυσοχοΐδη και το προφίλ της «υπερφίαλης προσωπικότητας»
Οι αναλύσεις γύρω από την ψυχοσύνθεση και τη δράση του παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ο νυν υπουργός Δημόσιας Τάξης, Μιχάλης Χρυσοχοΐδης έχει χαρακτηρίσει τον Αλέξανδρο Γιωτόπουλο υπερφίαλο άτομο, που φιλοδοξούσε να ασχολείται όλη η υφήλιος μαζί του σκοτώνοντας κόσμο. Εκτιμά και αυτός ότι η προσωπικότητά του επηρεάσθηκε σε μεγάλο βαθμό από τον πατέρα του και παρατηρεί πως ακόμη και το ψευδώνυμο «Μιχάλης Οικονόμου» το έχει δανεισθεί από έναν φίλο του Δημήτριου Γιωτόπουλου. Αλλά σημειώνει ότι το πρότυπο της δράσης πηγάζει από τα λατινοαμερικανικά κινήματα. Από εκεί άντλησε τη μεθοδολογία, τις γνώσεις και τις εμπειρίες της παράνομης ζωής.
Σύμφωνα με αναλύσεις της εποχής, η μυστική του ζωή δημιουργούσε μια εσωτερική αντίφαση. Όπως έγραφε η «Καθημερινή», είναι ένα πρόσωπο που ζει με τις δολοφονικές παρεμβάσεις του στην πολιτική ζωή της χώρας, τις οποίες όμως δεν μπορεί να απολαύσει. Φουσκώνει από τον μύθο, αλλά δεν επιτρέπεται να τον «πουλήσει» σε πλήθουσα αγορά. Μπορεί να επιβάλλεται στους Ξηρούς και στους λοιπούς στρατιώτες της «17 Νοέμβρη», να αποτελεί ένα είδος πνευματικού καθοδηγητή γι’ αυτά τα παιδιά με τη λιτή ζωή που τον ακολουθούν αδιαμαρτύρητα, αλλά τούτο είναι πολύ λίγο γι’ αυτόν. Νιώθει ανώτερος, γεννημένος για μεγάλα πράγματα, δεν μπορεί να καλυφθεί από την παρέα των Ξηρών. Όμως είναι παράνομος, καταδιωκόμενος, πρέπει να κρύβει αυτό που έχει μέσα του.
Η ψευδαίσθηση του άτρωτου και η «καλή ζωή»
Η πολυετής αποφυγή της σύλληψης φαίνεται πως αλλοίωσε την αίσθηση του κινδύνου. Με τα χρόνια νιώθει σχεδόν άτρωτος. Χαλαρώνει, επιτρέπει τις κινήσεις στον εαυτό του, κυκλοφορεί στην πόλη, ζει στις παρυφές του συστήματος, θέλει να είναι μέσα του, να μαθαίνει, να ακούει, να ενεργεί ως ένα είδος κατασκόπου. Και ακόμη δείχνει να έλκεται από τ’ αγαθά του συστήματος που πολεμά. Θέλει καλή ζωή. Χρησιμοποιεί τις ληστείες για να αποκτήσει περιουσιακά στοιχεία, να έχει την άνεσή του. Θέλει ευπρεπές σπίτι στην Αθήνα και ευπρεπέστερο εξοχικό στους Λειψούς. Δεν μπορεί να μείνει εκτός του συστήματος που αντιστρατεύεται και σταδιακά αποκτά όλες τις συνήθειες ενός καλοσιδερωμένου αστού. Η Μαϊτέ τού προσφέρει κάλυψη. Του δίδει τη δυνατότητα. Ως καθηγήτρια της Ελληνογαλλικής Σχολής ανοίγει πόρτες, τον βάζει σε πλούσια σπίτια, του προσφέρει το άλλοθι να ξανοιχθεί στους κύκλους της τέχνης και του πολιτισμού.
Η κοινωνική του ενσωμάτωση υπό την ψευδώνυμη ταυτότητα ήταν εντυπωσιακή. Με τα χρόνια θα αποκτήσει κοινωνικό περίγυρο. Όσοι τον γνώρισαν τα τελευταία χρόνια ως «Μισέλ» Οικονόμου -έναν Έλληνα που γεννήθηκε στη Γαλλία και κάνει μεταφράσεις- αναφέρουν ότι είχε γύρω του μιαν «αυλή» με πολλούς συνομιλητές. Οι ίδιοι τον περιγράφουν πολυπράγμονα. Ως άνθρωπο που είχε απαντήσεις για τα διεθνή προβλήματα, με συχνές αναφορές στα εθνικοαπελευθερωτiκά κινήματα και λύσεις για πιο πρακτικά πράγματα, από τις κατασκευές κατοικιών και τα βαρέλια για το κρασί, μέχρι τη συντήρηση μοτοσυκλετών και αυτοκινήτων. Ο κόσμος της τέχνης, των εικαστικών και δη της ζωγραφικής, αλλά και αυτός του βιβλίου, θα αποτελέσει τη βάση των επαφών, τον προθάλαμο για την προσέγγιση επιχειρηματιών, τραπεζιτών και πολιτικών. Θα βρεθεί πολλές φορές, ύστερα από τα εγκαίνια κάποιας έκθεσης ζωγραφικής, με πρόσωπα που έχουν θεσμικούς ρόλους και ισχυρή παρουσία στη δημόσια ζωή.
Η άνεση με την οποία κινούνταν δημολείως προκαλεί εκ των υστέρων ερωτήματα. Χωρίς καμία προφύλαξη, λέγεται, μάλιστα, σημειώνει η «Καθημερινή», ότι το 1998, σε κάποια ταβέρνα στο Μπραχάμι, βρέθηκε κατάφατσα με πρόσωπα συγγενικά και συνδεόμενα με θύμα της «17 Νοέμβρη», ενώ οι Αρχές έχουν πια μαρτυρίες ότι σε πολλές δολοφονίες ήταν παρών και μετά πλησίαζε να δει το θύμα ως δήθεν περίεργος και ανυποψίαστος. Ακόμη κυκλοφορεί πως βρέθηκε κάποτε καλεσμένος σε κάποιο ρεβεγιόν Χριστουγέννων ή Πρωτοχρονιάς έχοντας δίπλα του κόσμο και κοσμάκη. Και σε παρουσιάσεις βιβλίων ήταν παρών, χωρίς καμία προφύλαξη, παρ’ ότι σε τέτοιες εκδηλώσεις συγκεντρώνεται πληθυσμός της πολιτικής και θα μπορούσε να τον προσeξει κάποιος γνωστός από το Παρίσι. Και στη Δεξαμενή στο Κολωνάκι έπινε ούζα και συνομιλούσε με πλήθος προσώπων.
Η παρουσία του στις τουριστικές περιοχές ήταν εξίσου έντονη και απροκάλυπτη. Αλλά και στην Πάτμο και στους Λειψούς ήταν ανοιχτός στις παρέες, μέχρις του σημείου που πολλοί τώρα να διερωτώνται για την άνεση των κινήσεών του, ειδικά τα τελευταία 5-6 χρόνια. Ορισμένοι, μάλιστα, είχαν παρατηρήσει ιδιαίτερη γνώση στα θέματα της Εθνικής Τράπεζας. Ακόμη και παρεμβάσεις για δημοσιεύματα που αφορούσαν πρόσωπα της τράπεζας στο εξωτερικό φέρεται να επιχείρησε σε γνωστούς του στον Τύπο. Οι διωκτικές Αρχές όσο προσεγγίζουν τον κύκλο του Αλέξανδρου Γιωτόπουλου τόσο εκπλήσσονται για το εύρος και το πλήθος των ανθρώπων που συναντούσε και συνομιλούσε, αλλά και για την απουσία μέτρων προφύλαξης, σε σημείο που να θεωρούν ότι χρησιμοποιούσε ταυτοχρόνως και τα δύο ονόματα. Το πραγματικό για τους γνωστούς από το Παρίσι και το ψευδώνυμο για τους υπόλοιπους. Εκείνο όμως που έχει προκαλέσει ιδιαίτερη εντύπωση είναι η στάση του, καθώς έως τώρα δεν έχει πει τίποτε το πολιτικό και είναι ο μόνος που δεν αποδέχθηκε τη συμμετοχή του στην οργάνωση. Δεν είπε καν ότι είναι κοινωνικός αγωνιστής.
Η σύντροφος Μαϊτέ Πεϊνό και η αλλαγή στη ζωή της
Κεντρικό πρόσωπο στη ζωή του παρέμεινε η σύντροφός του. Η Μαϊτέ Πεϊνό, η σύντροφος του Αλέξανδρου Γιωτόπουλου, ήρθε για πρώτη φορά στην Ελλάδα πριν από περίπου μισό αιώνα. Εργάστηκε για χρόνια ως καθηγήτρια γαλλικών στο ελληνογαλλικό κολέγιο της Αγίας Παρασκευής, ενώ παράλληλα συνδέθηκε με κύκλους της αθηναϊκής διανόησης. Μετά τη σύλληψη του συντρόφου της, τον οποίο η ίδια γνώριζε και προσφωνούσε – όπως είπε στο δικαστήριο – αποκλειτικά ως «Μιχάλη» ή «Μισέλ», η ζωή της μεταβλήθηκε ριζικά λόγω της έντονης δημοσιότητας. Για να αποφύγει την πίεση των τηλεοπτικών συνεργείων, αναγκάστηκε να αφήσει προσωρινά την κοινή τους κατοικία στον Βύρωνα και να φιλοξενηθεί σε σπίτι φίλης της στο Κολωνάκι, περιοχή στην οποία συχνάζει μέχρι σήμερα, πραγματοποιώντας παράλληλα τακτικά ταξίδια στο Παρίσι και αποδράσεις στην Ύδρα.
Κατά τη διάρκεια της δικαστικής διαδικασίας, η στάση της ήταν απόλυτα υποστηρικτική. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας για τη δράση της οργάνωσης, η Μαϊτέ Πεϊνό βρέθηκε στο βήμα του μάρτυρα, όπου υπεραμύνθηκε της αθωότητας του συντρόφου της, κάνοντας λόγο για κατασκευασμένη κατηγορία. Στην τοποθέτησή της ενώπιον του δικαστηρίου, η μάρτυρας συνέδεσε τη δίωξη του Γιωτόπουλου με την οικογενειακή του προέλευση, δηλώνοντας:
«Έχει πατέρα του ένα γνωστό όνομα. Επομένως ο Μιχάλης γεννήθηκε τρομοκράτης».
Η ίδια υποστήριξε ότι η δική της απουσία από το εδώλιο των κατηγορουμένων οφειλόταν αποκλειστικά σε εξωτερικούς παράγοντες, σημειώνοντας χαρακτηριστικά:
«Έχω την τύχη το ότι είμαι Γαλλίδα και το ότι είμαι άρρωστη. Διαφορετικά, θα ήμουν εκεί! Όσα στοιχεία έχουν εναντίον του, έχουν και εναντίον μου, δηλαδή τα ίδια ψέματα».
Η κριτική της προς τις προανακριτικές μεθόδους ήταν σφοδρή. Παράλληλα, κατήγγειλε τη μεταχείριση που υπέστη από τις διωκτικές αρχές κατά την περίοδο των ερευνών το καλοκαίρι του 2002. Αναφερόμενη στις ανακρίσεις της από την Αντιτρομοκρατική και τον τότε εισαγγελέα Γιώργο Διώτη, έκανε λόγο για προσπάθεια μετατροπής της σε συνεργάτη των αρχών, ενώ πρόσθεσε ότι δέχτηκε ερωτήσεις που αφορούσαν την προσωπική της ζωή. Όταν κλήθηκε από την έδρα να εξειδικεύσει τις αναφορές της, η Μαϊτέ Πεϊνό απάντησε:
«Οι χυδαίες εκφράσεις ήταν πολύ χυδαίες και δεν μπορώ να τις επαναλάβω. Δεν έχω διάθεση να δώσω λεπτομέρειες».
Η ιδεολογική της προσέγγιση στο θέμα της πολιτικής βίας αποτυπώθηκε ανάγλυφα στις απαντήσεις της. Η εξέταση της μάρτυρος επεκτάθηκε και στις ιδεολογικές της τοποθετήσεις, καθώς και στο χρονοδιάγραμμα συγκεκριμένων ενεργειών που αποδίδονταν στον σύντροφό της. Ερωτηθείσα για τη στάση της απέναντι στη δράση της 17Ν, η Μαϊτέ Πεϊνό προσδιόρισε την οργάνωση ως μέρος της επαναστατικής άκρας Αριστεράς, σημειώνοντας ότι συμφωνούσε με τις πολιτικές της αναλύσεις, αλλά διαφοροποιούνταν ως προς τη μεθοδολογία. Εξηγώντας τη θέση της για το ζήτημα της καταδίκης των ενεργειών, ανέφερε:
«Δεν μπορώ να δεχτώ στο να μου ζητούν να καταδικάσω τη βία της 17 Ν ή της οποιασδήποτε οργάνωσης αυτού του τύπου, που έχουν κάποιο ιδεώδες, κάποιο ιδανικό, αν πριν δεν έχει κριθεί και κατακριθεί η βία που συνθλίβει όλο τον κόσμο».
Διαβάστε επίσης
Τέλος, η υπεράσπιση προσκόμισε συγκεκριμένα στοιχεία για να καταρρίψει το κατηγορητήριο σε κρίσιμα χρονικά σημεία. Όσον αφορά τις συγκεκριμένες ημερομηνίες των επιθέσεων κατά του Νίκου Μομφεράτου το 1985 και της επιχείρησης στο Αστυνομικό Τμήμα Βύρωνα το 1988, η ίδια παρουσίασε άλλοθι, υποστηρίζοντας ότι και στις δύο περιπτώσεις βρισκόταν σε διακοπές μαζί με τον Γιωτόπουλο και ένα φιλικό τους ζευγάρι. Όσον αφορά τους πόρους διαβίωσής τους, σημειώθηκε ότι ο σύντροφός της πραγματοποιούσε μη δηλωμένες μεταφράσεις πολιτικών και διπλωματικών κειμένων, με την εισαγγελική έδρα πάντως να διατυπώνει αντίθετο συμπέρασμα, θεωρώντας ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε σταθερή βιοποριστική εργασία. Η αποφυλάκισή του ανοίγει πλέον ένα νέο κεφάλαιο στην πολύκροτη αυτή ιστορία.


